Η επιστήμη που φωτίζει την ελπίδα: Το αύριο της Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής
Σε παγκόσμιο επίπεδο η υπογονιμότητα επηρεάζει τη ζωή 17.5% των ζευγαριών σε διάφορα στάδια της ζωής τους. Για τα περισσότερα ζευγάρια η απόκτηση παιδιού θεωρείται το σημαντικότερο τους επίτευγμα και οι δυσκολίες στην πραγματοποίηση του επηρεάζει τόσο την ευημερία και την ψυχοσωματική υγεία τους, όσο και την κοινωνική τους ζωή. Στο ίδιο πλαίσιο, ο τομέας της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, σε κλινικό και εργαστηριακό επίπεδο, έχει γνωρίσει αλματώδη εξέλιξη τα τελευταία χρόνια, πιθανόν μεγαλύτερη από κάθε άλλο τομέα της ιατρικής.
Τα ποσοστά επιτυχίας στον συγκεκριμένο ιατρικό τομέα είναι αρκετά υψηλά, αφήνοντας όμως περιθώριο για βελτίωση. Μάλιστα, πρόσφατα έχουν αναγνωριστεί και προταθεί (ΕSHRE 2025) τα πεδία εκείνα στα οποία η ανάπτυξη της έρευνας θα μπορούσε να δώσει ακόμη καλύτερα αποτελέσματα στα ζευγάρια που υποβάλλονται σε υποβοήθηση της αναπαραγωγής.
Έτσι, ο τομέας της πρόληψης της υπογονιμότητας, η εκπαίδευση στη φροντίδα και τη διαφύλαξη της φυσικής γονιμότητας, καθώς και η μέριμνα και βελτίωση του τρόπου ζωής στο προ της σύλληψης διάστημα, είναι θεμελιώδους σημασίας. Πιο συγκεκριμένα, σε επίπεδο πρόληψης η έρευνα στην εξέλιξη της διαδικασίας συντήρησης της γονιμότητας, τόσο σε επίπεδο κλινικό, όσο και σε επίπεδο εργαστηρίου θα αυξήσει τις πιθανότητες του ζευγαριού να αποκτήσει γενετικά δικά του παιδιά.
Επιπρόσθετα, κομβικής σημασίας είναι και η βελτιστοποίηση των θεραπειών και πρωτοκόλλων που χρησιμοποιούνται στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή μέσα από την εξατομίκευση, την κατανόηση των ιδιαίτερων κλινικών αναγκών κάθε ζευγαριού, καθώς και τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης σε συγκεκριμένα στάδια της διαδικασίας υποβοήθησης.
Επιπλέον θα βοηθούσε πολύ να μάθουμε περισσότερα για τις γενετικές μεταβλητές που εμπλέκονται στην εξέλιξη του ωαρίου και του εμβρύου, ενώ η έρευνα σε επίπεδο γονιδιώματος μπορεί να ρίξει περισσότερο φως στο μεγαλειώδες στάδιο της εμφύτευσης του εμβρύου και να βελτιώσει τη γνώση για τις αιτίες και τους παράγοντες κινδύνου των αποβολών.
Αναφορικά με τις γυναικολογικές παθήσεις βήματα πρέπει να γίνουν με στόχο την έγκαιρη και ελάχιστα επεμβατική διάγνωση και θεραπεία. Σημαντική επίσης είναι η επιπλέον εμβάθυνση και κατανόηση των παραγόντων που συμβάλλουν στην ανδρική υπογονιμότητα καθώς και η εξέλιξη των διαγνωστικών εξετάσεων για το σπέρμα.
Και φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάμε την θεμελιώδους σημασίας βελτιστοποίηση της ψυχοκοινωνικής υποστήριξης σε ζευγάρια που υποβάλλονται σε μεθόδους υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, δότες γενετικού υλικού αλλά και παρένθετες μητέρες, προκειμένου να μπορούν να αντιμετωπιστούν ενδεχόμενες μακροπρόθεσμες επιπτώσεις.
Κλείνοντας, είναι σημαντικό να αναφέρουμε, πως οι έως τώρα κατακτήσεις της αναπαραγωγικής ιατρικής είναι θαυμαστές. Ωστόσο, η βελτίωση της γνώσης στους παραπάνω τομείς, μπορεί να συμβάλλει, όχι μόνο στην καλύτερη υποστήριξη των υπογόνιμων ζευγαριών, αλλά και στην αποτελεσματική πρόληψη της υπογονιμότητας, δίνοντας φως και ελπίδα για το μέλλον της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.
**Της Μαρίνας Δημητράκη, Ιατρός Μαιευτήρας – Γυναικολόγος, Αναπληρώτρια Επιστημονική Υπεύθυνη M.Y.I.A. Fertilia